Οι μελισσοβοσκές Παλιουριού (Paliurus spina Christi) του όρους Πάϊκου

Στα τέλη Μαΐου και στο πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου του 2011 έγινε πλήρης καταγραφή των προσωρινών μελισσοκομείων, που εγκαθίστανται στις δυτικές υπώρειες του Παίκου όρους, με κύριο στόχο την εκμετάλλευση της μελισσοβοσκής Παλιουριού (Paliurus spina-Christi Miller).Ο σκοπός της εργασίας είναι η ανάδειξη της σημασίας των Παλιουριώνων της Πέλλας για την μελισσοκομία, και η αρχική διερεύνηση των δυνατοτήτων διαχείρισης των δασών και δασικών εκτάσεων της Περιοχής με βάση της αρχές της Πολλαπλής χρήσης. Όπως προέκυψε η συγκεκριμένη μελισσοβοσκή είναι εξαιρετικά σημαντική για τους μελισσοκόμους της Β. Ελλάδας και υπάρχουν σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης της προσοδοφόρας αυτής δραστηριότητας, αλλά και ορισμένα προβλήματα που είναι δυνατό να επιλυθούν με την εφαρμογή διαχειριστικού σχεδίου και ήπιων επεμβάσεων χαμηλού κόστους.

Το παλιούρι θεωρείται εξαιρετικό μελισσοκομικό φυτό με ισχυρή νεκταροέκκριση και ταυτόχρονη παραγωγή γύρης. Το μικρό μέγεθος και το πλήθος των ανθέων του σε συνδυασμό με τα μορφολογικά τους χαρακτηριστικά το καθιστούν εξαιρετικά ελκυστικό για τις μέλισσες (Apis melifera), και παράγει μέλι αρίστης ποιότητας σε μεγάλες ποσότητες. Είναι φυλλοβόλος θάμνος πυκνόκλαδος, αγκαθωτός με ύψος μέχρι 5 μ. και με φλοιό σταχτόχρωμο. Φύλλα κατ’ εναλλαγή δίσειρα, λειόχειλα ή πριονωτά, πάνω επιφάνεια σκούρα πράσινη, κάτω ανοιχτόχρωμη με παράφυλλα μεταμορφωμένα σε αγκάθια. Άνθη αρρενοθήλεα μικρά κιτρινοπράσινα σε βότρεις. Ως περίοδος άνθησης βιβλιογραφικά (Αθανασιάδης Ν. 1986, Humphries C.J. κ.α. 1989) αναφέρονται οι μήνες Μάιος- Ιούνιος. Ειδικότερα στην περιοχή μελέτης από εμπειρικές παρατηρήσεις η άνθηση διαπιστώθηκε ότι αρχίζει από τις 20 Μαΐου και διαρκεί μέχρι και τις 10 Ιουνίου. Ανάλογα φυσικά με το υψόμετρο την έκθεση και τις καιρικές συνθήκες μπορεί να υπάρξει μια μεταβολή στην έναρξη και λήξη της ανθοφορίας όχι μεγαλύτερη των 5-7 ημέρων.

Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι τόσο βιβλιογραφικά (Ricciardelli et all. 2000, Lazarova et all. 2010), όσο και με βάση τις παρατηρήσεις μελισσοκόμων στην περιοχή μελέτης φαίνεται ότι η νεκταροέκκριση του Παλιουριού επηρεάζεται έντονα από τις καιρικές συνθήκες, και κυρίως από την βροχή και τον άνεμο. Επιπλέον δεν υπάρχουν δεδομένα και βιβλιογραφικές αναφορές για τον υπολογισμό της παραγωγικότητας της περιοχής. Ωστόσο όλες οι εκτιμήσεις των μελισσοκόμων όπως προέκυψαν από προσωπικές συνεντεύξεις με τους συγγραφείς στην περιοχή μελέτης συγκλίνουν στο ότι σε μια σχετικά «καλή» κλιματολογικά χρονιά είναι απολύτως ασφαλές να παραδεχθούμε ότι στην συγκεκριμένη περιοχή μελέτης ένα καλής ποιότητας μελισσοσμήνος θα καταφέρει να παράγει περίπου δέκα (10) κιλά μέλι αρίστης ποιότητας. Την ασφάλεια της αποδοχής αυτής ενισχύει το γεγονός ότι οι μελισσοκόμοι επαναλαμβανόμενα ,επί σειρά ετών, συγκεντρώνονται στα παλιούρια της Πέλλας και γύρω στις 10-15 Ιουνίου, προτού μετακινηθούν προς άλλες μελισσοβοσκές, τρυγούν τα μελίσσια προκειμένου να είναι εφικτή η μεταφορά τους.

Το Παλιούρι της Πέλλας αξιοποιούν, για την παραγωγή μελιού μελισσοκόμοι που συρρέουν στην περιοχή κατά τα τέλη Μαΐου από διάφορες περιοχές της Β. Ελλάδας και κυρίως την περιοχή της Χαλκιδικής, που αποτελεί την κοιτίδα της Ελληνικής Μελισσοκομίας. Όπως διαπιστώθηκε και από την έρευνα οι μελισσοκόμοι επιλέγουν τις θέσεις εγκατάστασης των μελισσοκομείων με βάση την εγγύτητα με συγκροτημένες μελισσοβοσκές Παλιουριού-συμπαγείς δηλαδή συστάδες και λόχμες. Ωστόσο πρωτεύοντα ρόλο στην τελική επιλογή της μικρο-θέσης έχουν οι συνθήκες πρόσβασης και η κλίση του εδάφους στην θέση του μελισσοκομείου. (Απόσταση από το κύριο οδικό δίκτυο)

Ένας από τους πρωτοπόρους της Ελληνικής μελισσοκομίίας ο Νικολαίδης ήδη από 1947 – (Ν. Νικολαίδης έκδοση 2005), είχε θίξει το ζήτημα της υπερσυγκέντρωσης των μελισσοκομείων στον χώρο υποστηρίζοντας ότι η συγκέντρωση περισσοτέρων από εκατό (100) μελισσοσμηνών σε ένα χώρο οδηγεί σε μείωση του εισοδήματος του Μελισσοκόμου ενώ η ακτίνα δράσης των μελισσών δεν υπερβαίνει τα 1-2 χιλιόμετρα. . Σύμφωνα με άλλες βιβλιογραφικές αναφορές (Seeley 1995) η μέση απόσταση ανάμεσα στην κυψέλη και στις περιοχές βόσκησης είναι 1,6 χιλιόμετρα, ενώ η μεγίστη μπορεί να πλησιάσει τα 11 χιλιόμετρα.

Ωστόσο στις περιοχές που η βοσκή είναι πλούσια, όπως στην περίπτωση της περιοχής μελέτης, αυξάνεται η βοσκοϊκανότητα ο αριθμός δηλαδή ανά μονάδα επιφανείας, των κυψελών που μπορεί να επιτύχουν ικανοποιητική ποσότητα συλλογής νέκταρος και μειώνεται η μέση απόσταση συλλογής. Αν επιπλέον από τα παραπάνω λάβουμε υπόψη το σχετικά περιορισμένο χρονικό διάστημα συλλογής νέκταρος από το παλιούρι σε συνδυασμό με τις αυξημένες απαιτήσεις παραγωγής μελιού από τους μελισσοκόμους μπορούμε να αποδεχθούμε τον ορισμό για τις ανάγκες της παρούσης, ως αποδεκτής για παραπέρα υπολογισμούς, σχετικά με την αξιοποίηση του πόρου, μια απόστασης συλλογής της τάξης των 1.000-1.500μ, πέρα από την οποία κάνουμε αποδεκτό ότι είτε δεν διενεργείται συλλογή νέκταρος από παλιούρι, ή δεν είναι οικονομικά συμφέρουσα για τον μελισσοκόμο, καθώς οδηγεί στην μείωση της συνολικά συλλεγόμενης ποσότητας κατά το μικρό χρονικό διάστημα αναφοράς, και αύξηση του ενεργειακού «κόστους πτήσης».


Παρουσιάστηκε στο 15ο Πανελλήνιο Δασολογικό Συνέδριο που έγινε στην Καρδίτσα

Π. Χασιλίδης , Ν. Γρηγοριάδης , Δ. Τσαγκουρίδου, Σ. Γρηγοριάδης, Δασαρχείο Έδεσσας , Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών, ΤΕΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου